υστερία

υστερία
(Ιατρ.). Παθολογικό σύνδρομο που στην ψυχιατρική σημαίνει ένα ψυχοσυγκινησιακό σύμπλεγμα, χαρακτηριζόμενο από υπερβολικές σωματικές και ψυχικές αντιδράσεις που τείνουν να επαναλαμβάνονται και να σταθεροποιηθούν. Τα συμπτώματα της υ. μπορεί να ενδιαφέρουν όλα τα πεδία των σωματικών και ψυχικών λειτουργιών και να εκδηλώνονται με αναστολή ή υπερβολικότητα ή εκτροπή των ίδιων. Το βασικό χαρακτηριστικό της νόσου αυτής είναι η τάση αναπαραγωγής μιας παθολογικής κατάστασης ή γενικότερα μιας μειονεκτικότητας του ατόμου, τόσο στην πιο απλή μορφή ενός συγκινησιακού ανακλαστικού, όσο και σε πιο εξελιγμένη μορφή ενός ενοχλήματος που θέλει να μοιάζει σε μια ορισμένη νόσο. Ένα άλλο χαρακτηριστικό που διακρίνει τα υστερικά συμπτώματα είναι η ποικιλομορφία τους, η γρήγορη εμφάνιση και εξαφάνισή τους, αν και μερικά απ’ αυτά μπορεί να διατηρηθούν αναλλοίωτα για πολλά χρόνια. Από τα συμπτώματα που ενδιαφέρουν τις λειτουργίες κίνησης τα συχνότερα είναι η παράλυση και η υστερική σύσπαση, που μπορεί να παρουσιαστούν σε οποιαδήποτε μυϊκή περιοχή. Ένα άλλο κλασικό σύμπτωμα είναι η υστερική κρίση σπασμών, που διακρίνεται από την επιληπτική κρίση, κατά το ότι αρχίζει λιγότερο απότομα, δεν συνοδεύεται από ξαφνική πτώση και απώλεια της συνείδησης, διαρκεί πολύ και οι κινήσεις είναι πλατιές, ασυντόνιστες και θεατρινίστικες. Μερικές φορές παρατηρούνται διαταραχές και της αισθητικότητας, μέχρις αναισθησίας ποικίλης έκτασης. Από τις ψυχικές διαταραχές της υ. ιδιαίτερα σημαντικές είναι εκείνες της συμπεριφοράς, λόγω ασυνεπούς υπερβολικότητας των συναισθημάτων και της τάσης να δημιουργείται τεχνητή προσαρμοστικότητα προς την πραγματικότητα, που εκφράζονται με υπερβολική ποικιλία συναισθηματικότητας, με ασυνέπεια δράσης, με το φανερό σκοπό να προβληθεί, και καμιά φορά κατά θεατρινίστικο τρόπο, η προσωπικότητα του πάσχοντος. Οι ψυχικές υστερικές κρίσεις μπορεί να εκδηλώνονται επεισοδιακά και να ενδιαφέρουν ή τη συναισθηματική σφαίρα (υστερική κατάθλιψη, υστερική υποχονδρία, απόπειρες αυτοκτονίας κ.ά.) ή τη συνείδηση (υστερική υπνοβασία, υστερικός λήθαργος κ.ά.). Η θεραπευτική αντιμετώπιση της υ. βασίζεται κυρίως στην ψυχοθεραπεία και είναι ενδιαφέρον να αναφερθεί ότι ακριβώς από τη θεραπεία της νόσου αυτής άντλησε ο Φρόιντ τις βασικές αρχές των ψυχαναλυτικών του θεωριών. Για την ψυχανάλυση, το υστερικό σύμπτωμα έχει για τον ασθενή τη σημασία απελευθέρωσης από καταπιεσμένα συναισθήματα, δίχως το εγώ να είναι αναγκασμένο να τα αντιμετώπισει· πρόκειται λοιπόν για μια συμβιβαστική λύση, που δεν αποκλείει την αποδέσμευση των συναισθημάτων αυτών και δεν επιτρέπει σ’ αυτά να δράσουν κατά τρόπο φανερό. Κατά την ψυχαναλυτική θεωρία, η υ. της μετάλλαξης διακρίνετια από την αγχώδη υ. από το γεγονός ότι στην πρώτη η συγκινησιακή ενέργεια που έχει καταπιεστεί βρίσκει διέξοδο προς το σώμα, ενώ στη δεύτερη πρόκειται για αγχώδη φαινόμενα που κινούνται ελεύθερα. Το γενεσιουργό αίτιο της υστερικής προδιάθεσης και των ενδεχόμενων συμπτωμάτων που είναι αποτέλεσμά της, παίρνει υπόσταση, κατά τις ψυχαναλυτικές θεωρίες, στην παιδική φάση της σεξουαλικής ανάπτυξης και ο πυρήνας της σχηματίζεται από διαταραχές του οιδοιπόδειου συμπλέγματος.
* * *
η, Ν
1. ιατρ. τύπος ψυχικής πάθησης κατά την οποία είναι δυνατόν να παρουσιαστούν αισθητικές, κινητικές και ψυχολογικές διαταραχές μεγάλης ποικιλίας
2. μτφ. εξαλλοσύνη, ανεξέλεγκτη συμπεριφορά
3. φρ. «μαζική υστερία»
μτφ. χαρακτηρισμός τής συμπεριφοράς μεγάλου πλήθους ατόμων που προβαίνουν σε αυθόρμητα συντονισμένες θορυβώδεις και λιγότερο ή περισσότερο παρατεταμένες εκδηλώσεις, όπως λ.χ. σε υπαίθριες συναυλίες ορισμένων ειδών μουσικής κ.α.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. hysterie (< υστέρα «μήτρα»). Η πάθηση ονομάστηκε έτσι λόγω τού ότι αρχικά πιστευόταν ότι πρόκειται για ασθένεια που αφορά μόνον τις γυναίκες και οφείλεται σε διαταραχές λειτουργίας τής μήτρας. Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα Άστυ].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • υστερία — η νεύρωση που εκδηλώνεται με παροδικές διαταραχές της διάνοιας, της ευαισθησίας και της κίνησης, ο υστερισμός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • υστερικός — ή, ό / ὑστερικός, ή, όν, ΝΑ, θηλ. και υστερικιά Ν νεοελλ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην υστερία («υστερική κρίση») 2. (για πρόσ.) αυτός που πάσχει από υστερία αρχ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη μήτρα («ὑστερικὸς ὑμήν», Αριστοτ.) 2 …   Dictionary of Greek

  • υστερισμός — ο, Ν ιατρ. υστερία. [ΕΤΥΜΟΛ. < υστερία + κατάλ. ισμός*] …   Dictionary of Greek

  • υστερογόνος — α, ο, θηλ. και ος, Ν αυτός που προκαλεί υστερία. [ΕΤΥΜΟΛ. < υστερία + γόνος (< γόνος < γίγνομαι), πρβλ. καρκινο γόνος] …   Dictionary of Greek

  • υστερικός, -ή — και ιά, ό επίρρ. ά 1. αυτός που έχει σχέση με την υστερία (βλ. λ.), που προκαλείται από αυτή: Υστερικά γέλια. 2. αυτός που πάσχει από υστερία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Spiritus asper — Der Spiritus asper (lateinisch für „rauer Hauchlaut“; auf Griechisch die δασεία Dasía) ist ein in der altgriechischen Schrift verwendetes diakritisches Zeichen, das anzeigt, dass ein Vokal aspiriert, also ‚mit Atem‘ (mit vorangehendem „h“)… …   Deutsch Wikipedia

  • αφωνία — Ανικανότητα εκφοράς ήχου, και συνεπώς πλήρης απώλεια της φωνής, που είναι αποτέλεσμα οξείας ή χρόνιας φλεγμονής ή όγκων του λάρυγγα, ιδιαίτερα στην περιοχή των φωνητικών χορδών. Η α. μπορεί να είναι και νευρικής φύσης, η οποία οφείλεται σε… …   Dictionary of Greek

  • βραχνάδα — Αλλοίωση της φωνής, κατά την οποία χάνει τη συνήθη χροιά και το ύψος του ήχου της. Συναντάται συχνότερα σε παθήσεις των φωνητικών χορδών, όπως οι λαρυγγίτιδες και οι νεοπλασίες, αλλά ενδέχεται να οφείλεται και σε βλάβη του παλίνδρομου νεύρου, που …   Dictionary of Greek

  • ομαδικός — ή, ό 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε ένα σύνολο, σε μία ομάδα ανθρώπων («ομαδικό πνεύμα») 2. αυτός που γίνεται από ομάδες ή κατά ομάδες (α. «ομαδική απεργία» β. «ομαδική αποχώρηση») 3. φρ. α) «ομαδικά αγωνίσματα» ή «ομαδικά αθλήματα» αθλητικά …   Dictionary of Greek

  • οπισθότονος — η, ο (Α ὀπισθότονος, ον) νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο οπισθότονος γενικευμένη σύσπαση τών μυών τού σώματος και κυρίως τών εκτεινόντων, κατά τη διάρκεια τής οποίας η κεφαλή και ο κορμός αναστρέφονται προς τα πίσω, ενώ τα άκρα είναι σε υπερέκταση, και …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”